συμβουλεύω


συμβουλεύω
συμ|βουλεύω (τινί) советовать, давать советы

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "συμβουλεύω" в других словарях:

  • συμβουλεύω — advise pres subj act 1st sg συμβουλεύω advise pres ind act 1st sg συμβουλεύω advise pres subj act 1st sg συμβουλεύω advise pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμβουλεύω — συμβουλεύω, συμβούλεψα βλ. πίν. 17 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • συμβουλεύω — ΝΜΑ και διαλ. τ. συμβουλεύγω κα συβουλεύω Ν 1. παρέχω συμβουλές, υποδεικνύω σε κάποιον να κάνει ή να αποφύγει κάτι, νουθετώ, ορμηνεύω (α. «μάταια σέ συμβουλεύω τόσον καιρό» β. «τοὺς δὲ Ἑλλήνων τοὺς δυνατωτάτους συνεβούλευον οἱ ἐξευρόντα φίλους… …   Dictionary of Greek

  • συμβουλεύω — [симвулэво] ρ. советовать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • συμβουλεύω — συμβούλεψα, συμβουλεύτηκα, συμβουλευμένος 1. δίνω συμβουλή: Με συμβούλεψε να αποφύγω τη συνεργασία μ αυτούς τους ανθρώπους. 2. παθ., συμβουλεύομαι ζητώ συμβουλή από κάποιον: Συμβουλεύτηκε το γιατρό για τη δίαιτα που πρέπει να εφαρμόσει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συμβουλεύετε — συμβουλεύω advise pres imperat act 2nd pl συμβουλεύω advise pres ind act 2nd pl συμβουλεύω advise pres imperat act 2nd pl συμβουλεύω advise pres ind act 2nd pl συμβουλεύω advise imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) συμβουλεύω advise imperf ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμβουλεύσουσι — συμβουλεύω advise aor subj act 3rd pl (epic) συμβουλεύω advise fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) συμβουλεύω advise fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) συμβουλεύω advise aor subj act 3rd pl (epic) συμβουλεύω advise fut …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμβουλεύσουσιν — συμβουλεύω advise aor subj act 3rd pl (epic) συμβουλεύω advise fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) συμβουλεύω advise fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) συμβουλεύω advise aor subj act 3rd pl (epic) συμβουλεύω advise fut …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμβουλεύσω — συμβουλεύω advise aor subj act 1st sg συμβουλεύω advise fut ind act 1st sg συμβουλεύω advise aor subj act 1st sg συμβουλεύω advise fut ind act 1st sg συμβουλεύω advise aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) συμβουλεύω advise aor ind mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμβουλεύῃ — συμβουλεύω advise pres subj mp 2nd sg συμβουλεύω advise pres ind mp 2nd sg συμβουλεύω advise pres subj act 3rd sg συμβουλεύω advise pres subj mp 2nd sg συμβουλεύω advise pres ind mp 2nd sg συμβουλεύω advise pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμβουλευθέντα — συμβουλεύω advise aor part pass neut nom/voc/acc pl συμβουλεύω advise aor part pass masc acc sg συμβουλεύω advise aor part pass neut nom/voc/acc pl συμβουλεύω advise aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)